Η οστεοπόρωση είναι μια χρόνια μεταβολική νόσος του σκελετού που χαρακτηρίζεται από μείωση της οστικής πυκνότητας και διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής του οστού, με αποτέλεσμα την αυξημένη ευθραυστότητα και τον κίνδυνο καταγμάτων. Είναι γνωστή και ως “σιωπηλή νόσος” καθώς συχνά δεν εμφανίζει συμπτώματα έως ότου συμβεί κάταγμα. Η οστεοπόρωση μπορεί να είναι πρωτοπαθής (μεταεμμηνοπαυσιακή ή γεροντική) ή δευτεροπαθής λόγω φαρμάκων, νοσημάτων ή ορμονικών διαταραχών.
Επιδημιολογία
Η οστεοπόρωση αφορά εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως, κυρίως γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Εκτιμάται ότι 1 στις 3 γυναίκες και 1 στους 5 άνδρες άνω των 50 ετών θα υποστούν οστεοπορωτικό κάταγμα. Στην Ελλάδα, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, η συχνότητα αυξάνεται, με σημαντική επιβάρυνση για το σύστημα υγείας.
Κλινική Εικόνα
Η οστεοπόρωση είναι συχνά ασυμπτωματική μέχρι την εμφάνιση κάποιου κατάγματος. Ωστόσο, καθώς εξελίσσεται, μπορεί να προκαλέσει ποικίλα συμπτώματα και κλινικά σημεία:
Κατάγματα: Τα πιο χαρακτηριστικά είναι τα κατάγματα της σπονδυλικής στήλης (συνήθως συμπιεστικά), του ισχίου και του περιφερικού άκρου της κερκίδας (κάταγμα Colles). Μπορεί να συμβούν ακόμη και μετά από μικροτραυματισμούς ή χωρίς εμφανή αιτία.
Χρόνιος πόνος στη μέση ή στην πλάτη, ιδιαίτερα στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, λόγω συμπιεστικών καταγμάτων των σπονδύλων.
Μείωση ύψους: Η σταδιακή καθίζηση των σπονδύλων οδηγεί σε ελάττωση του αναστήματος κατά αρκετά εκατοστά.
Κύφωση: Το χαρακτηριστικό «καμπούριασμα» της ράχης (θωρακική κύφωση) αποτελεί αποτέλεσμα πολλαπλών σπονδυλικών καταγμάτων.
Ελάττωση κινητικότητας και μειωμένη ικανότητα για καθημερινές δραστηριότητες, εξαιτίας του πόνου και της ευπάθειας των οστών.
Αίσθημα ευθραυστότητας, φόβος πτώσεων και μείωση της ποιότητας ζωής.
Η οστεοπόρωση συχνά συνυπάρχει με σαρκοπενία και αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο πτώσεων και των επιπλοκών τους, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους.
Διάγνωση
Η διάγνωση της οστεοπόρωσης βασίζεται στη μέτρηση της οστικής πυκνότητας με την τεχνική DEXA. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ορίζει οστεοπόρωση όταν στη μέθοδο DEXA το T-score είναι μικρότερο ή ίσο του -2,5. Οι παράγοντες κινδύνου που ενισχύουν την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου περιλαμβάνουν το γυναικείο φύλο, την ηλικία, το οικογενειακό ιστορικό, την ακινησία, τον υποσιτισμό, το κάπνισμα, την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και τη μακροχρόνια λήψη κορτικοστεροειδών.
Η εκτίμηση του συνολικού κατάγματος κινδύνου μπορεί να γίνει και με χρήση του εργαλείου FRAX (Fracture Risk Assessment Tool), το οποίο υπολογίζει την πιθανότητα κατάγματος εντός 10 ετών, λαμβάνοντας υπόψη κλινικούς παράγοντες κινδύνου και, προαιρετικά, την τιμή του T-score. Το εργαλείο μπορεί να συμβάλει στον καθορισμό της ανάγκης για φαρμακευτική αγωγή, ακόμη και σε περιπτώσεις χωρίς σημαντική μείωση της οστικής πυκνότητας.
Επιπλοκές
Οι σημαντικότερες επιπλοκές της οστεοπόρωσης σχετίζονται με τα κατάγματα:
– Κατάγματα ισχίου, τα οποία συχνά απαιτούν χειρουργική αντιμετώπιση και συνδέονται με αυξημένη θνησιμότητα.
-Σπονδυλικά κατάγματα, που προκαλούν χρόνιο πόνο, παραμόρφωση, κύφωση και απώλεια ύψους.
– Περιφερικά κατάγματα (καρπός, βραχιόνιο), που επηρεάζουν τη λειτουργικότητα.
Τα κατάγματα οδηγούν σε μακροχρόνια αναπηρία, απώλεια αυτονομίας και επιδείνωση της ποιότητας ζωής. Σε ηλικιωμένους ασθενείς, ιδιαίτερα μετά από κάταγμα ισχίου, αυξάνεται ο κίνδυνος κατάκλισης, λοιμώξεων και θανάτου.
Θεραπεία
Η θεραπευτική προσέγγιση περιλαμβάνει μη φαρμακευτικά και φαρμακευτικά μέτρα.
Αλλαγή τρόπου ζωής και πρόληψη:
-Επαρκής πρόσληψη ασβεστίου (1000-1200 mg/ημέρα) και βιταμίνης D (800 IU/ημέρα).
-Διακοπή καπνίσματος και περιορισμός κατανάλωσης αλκοόλ.
-Τακτική φυσική δραστηριότητα με έμφαση στην ενδυνάμωση και τις ισορροπητικές
ασκήσεις.
-Αποφυγή πτώσεων: απομάκρυνση κινδύνων στο σπίτι, χρήση βοηθημάτων βάδισης αν
χρειάζεται.
-Αποφυγή φαρμάκων που προκαλούν καταστολή ή αστάθεια.
Φαρμακευτική αγωγή:
Διφωσφονικά: (αλενδρονάτη, ρισεδρονάτη, ιμπανδρονάτη, ζολεδρονικό οξύ). Χορηγούνται από του στόματος (ημερησίως, εβδομαδιαίως ή μηνιαίως ανάλογα με το σκεύασμα) ή ενδοφλεβίως (π.χ. ζολεδρονικό οξύ ετησίως). Συνδέονται με σπάνιο αλλά σοβαρό κίνδυνο οστεονέκρωσης της γνάθου. Σε περίπτωση που απαιτείται οδοντιατρική παρέμβαση, αυτή πρέπει ιδανικά να πραγματοποιείται πριν την έναρξη θεραπείας. Εάν προκύψει ανάγκη εξαγωγής κατά τη διάρκεια της θεραπείας, συνιστάται αναμονή 4-6 εβδομάδων από την τελευταία δόση του φαρμάκου και στενή παρακολούθηση μετεγχειρητικά. Επανέναρξη αγωγής μπορεί να γίνει 4-6 εβδομάδες μετά τον οδοντιατρικό χειρισμό.
Ντενοσουμάμπη: υποδόρια ένεση ανά 6 μήνες. Αναστέλλει την απορρόφηση του οστού. Ο κίνδυνος οστεονέκρωσης είναι σπάνιος αν και υπαρκτός ενώ η διακοπή της απαιτεί προσοχή λόγω κινδύνου αυτόματων καταγμάτων εάν δεν ακολουθήσει θεραπεία με διφωσφονικά από του στόματος για τα επόμενα 1-2 χρόνια από τη διακοπή της ντενοσουμάμπης. Οδοντιατρικές επεμβάσεις πρέπει να προγραμματίζονται ακριβώς πριν την επόμενη δόση (δηλαδή στο τέλος του 6μήνου), ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος επιπλοκών.
Τεριπαρατίδη: Αναβολικό φάρμακο, χορηγείται υποδορίως καθημερινά για έως 24 μήνες. Δεν συνδέεται με οστεονέκρωση της γνάθου.
Ρομοζοσουμάμπη: θεραπεία με εξανθρωπισμένο μονοκλωνικό αντίσωμα με διπλή δράση (αναβολική και αντι-οστεοκλαστική), χορηγείται υποδορίως μία φορά τον μήνα για έως 12 μήνες. Δεν έχει συσχετιστεί σημαντικά με οστεονέκρωση.
Πρόγνωση
Η πρόγνωση της οστεοπόρωσης εξαρτάται από τη σοβαρότητα της νόσου, την παρουσία καταγμάτων, την ηλικία του ασθενούς και την ανταπόκριση στη θεραπεία. Με την κατάλληλη πρόληψη, πρώιμη διάγνωση και συνεπή αγωγή, είναι δυνατή η σταθεροποίηση ή και βελτίωση της οστικής μάζας, περιορίζοντας τον κίνδυνο καταγμάτων, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής των ασθενών και αποφεύγοντας τον κοινωνικό “παροπλισμό” και τον επακόλουθο μαρασμό.
