Ο υποθυρεοειδισμός είναι ένα συχνό και κατά κανόνα χρόνιο αλλά ελέγξιμο ενδοκρινολογικό νόσημα, το οποίο οφείλεται σε ανεπαρκή παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών από τον θυρεοειδή αδένα. Οι ορμόνες αυτές (κυρίως η Τ4 – θυροξίνη και η Τ3 – τριιωδοθυρονίνη) είναι ζωτικής σημασίας για τη ρύθμιση του μεταβολισμού, της θερμοκρασίας του σώματος και της ενέργειας του οργανισμού.
Αιτιολογία
Η συχνότερη αιτία υποθυρεοειδισμού στις ανεπτυγμένες χώρες είναι η αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα Hashimoto, όπου το ανοσοποιητικό σύστημα στρέφεται εναντίον του θυρεοειδούς. Άλλες αιτίες περιλαμβάνουν:
- Χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς (μερική ή ολική θυρεοειδεκτομή)
- Ακτινοθεραπεία στην περιοχή του τραχήλου
- Φαρμακευτική αιτιολογία, όπως αμιοδαρόνη ή λίθιο
- Σοβαρή έλλειψη ιωδίου (σπάνια στις δυτικές χώρες)
- Συγγενής υποθυρεοειδισμός (σπάνιος, εντοπίζεται συνήθως στη νεογνική ηλικία)
Συμπτώματα
Τα συμπτώματα είναι συχνά σταδιακά και μη ειδικά, γεγονός που καθυστερεί τη διάγνωση. Περιλαμβάνουν:
- Χρόνια κόπωση και υπνηλία
- Αύξηση βάρους, ανεξάρτητα από τη διατροφή
- Ψυχρότητα, δυσανεξία στο κρύο
- Ξηροδερμία, εύθραυστα νύχια και τριχόπτωση
- Δυσκοιλιότητα
- Κατάθλιψη, βραδύτητα στη σκέψη ή δυσκολία συγκέντρωσης
- Ανωμαλίες εμμήνου ρύσεως ή υπογονιμότητα στις γυναίκες
- Βραδυκαρδία και μείωση της αρτηριακής πίεσης
Θεραπεία
Η θεραπεία του υποθυρεοειδισμού είναι απλή, αποτελεσματική και δια βίου, βασιζόμενη στη χορήγηση θυροξίνης (T4) σε μορφή χαπιού (λεβοθυροξίνη). Η δόση καθορίζεται εξατομικευμένα βάσει των εργαστηριακών εξετάσεων (TSH, FT4) και της κλινικής εικόνας.
Η λήψη είναι καθημερινή, τις πρωινές ώρες και συνιστάται να γίνεται μετά από ολονύκτια νηστεία, πριν από την κατανάλωση τροφής, ώστε να εξασφαλίζεται η βέλτιστη απορρόφηση της ουσίας.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο υποθυρεοειδισμός δεν είναι επικίνδυνος όταν αντιμετωπίζεται σωστά, πάντοτε σε συνεργασία με τον θεράποντα ενδοκρινολόγο.
