Skip to content Skip to footer

Ο υποπαραθυρεοειδισμός είναι μια σπάνια ενδοκρινολογική διαταραχή που εμφανίζεται όταν οι παραθυρεοειδείς αδένες δεν παράγουν αρκετή παραθορμόνη (PTH). Η συγκεκριμένη ορμόνη είναι υπεύθυνη για τη ρύθμιση του ασβεστίου και του φωσφόρου στον οργανισμό. Όταν δεν εκκρίνεται παραθορμόνη , το ασβέστιο μειώνεται και ο φώσφορος αυξάνεται, προκαλώντας συμπτώματα από πολλαπλά συστήματα του οργανισμού.

Τα αίτια ποικίλλουν. Η πιο συχνή μορφή είναι ο μετεγχειρητικός υποπαραθυρεοειδισμός, μετά από θυρεοειδεκτομή ή παραθυρεοειδεκτομή, όταν οι παραθυρεοειδείς αδένες τραυματιστούν ή αφαιρεθούν. Σε άλλες περιπτώσεις, η πάθηση εμφανίζεται χωρίς προφανή λόγο, συχνά με αυτοάνοσο υπόβαθρο, ή αποτελεί μέρος κληρονομικών συνδρόμων, όπως το σύνδρομο DiGeorge. Υπάρχουν και καταστάσεις όπου άλλες ασθένειες, όπως η αιμοχρωμάτωση, η νόσος Wilson ή η μεταστατική νόσος , επηρεάζουν τους παραθυρεοειδείς και οδηγούν στη διαταραχή.

Η κλινική εικόνα του ασθενούς καθορίζεται από την υπασβεστιαιμία. Στο νευρομυϊκό σύστημα μπορεί να παρατηρηθούν παραισθησίες, μυϊκοί σπασμοί και κράμπες, ενώ σε πιο σοβαρές περιπτώσεις εμφανίζεται τετανία, με χαρακτηριστικά σημεία όπως του Chvostek (σύσπαση των μυών του προσώπου μετά από πλήξη του προσωπικού νεύρου) και του Trousseau (σπασμός άκρας χειρός μετά από εφαρμογή μέσω περιχειρίδας παρατεταμένα αυξημένης αρτηριακής πίεσης) . Από το κεντρικό νευρικό σύστημα συχνές εκδηλώσεις είναι οι σπασμοί, οι επιληπτικές κρίσεις, αλλά και ψυχολογικές μεταβολές όπως ευερεθιστότητα ή κατάθλιψη. Η καρδιά μπορεί να εμφανίσει αρρυθμίες και αλλοιώσεις στο ηλεκτροκαρδιογράφημα. Το δέρμα γίνεται ξηρό, τα μαλλιά λεπταίνουν και πέφτουν, τα νύχια σπάνε εύκολα, ενώ στα παιδιά μπορεί να παρουσιαστούν ανωμαλίες στα δόντια. Στη χρόνια πορεία της νόσου δεν λείπουν οι επιπλοκές, όπως αποτιτανώσεις στα βασικά γάγγλια του εγκεφάλου και καταρράκτης.

Η διάγνωση βασίζεται στον συνδυασμό κλινικής εικόνας και εργαστηριακών εξετάσεων. Στο αίμα ανιχνεύονται χαμηλά επίπεδα ασβεστίου, μειωμένη ή απούσα παραθορμόνη και αυξημένος φώσφορος, με το μαγνήσιο να παραμένει φυσιολογικό. Στο ηλεκτροκαρδιογράφημα παρατηρείται χαρακτηριστική παράταση του διαστήματος QT, ενώ σε χρόνιες περιπτώσεις οι απεικονίσεις μπορεί να δείξουν εναποθέσεις ασβεστίου στον εγκέφαλο.

Η θεραπεία στοχεύει στη διατήρηση του ασβεστίου σε χαμηλά φυσιολογικά επίπεδα, ώστε να αποφεύγονται τα συμπτώματα και οι επιπλοκές. Σε οξείες κρίσεις χρησιμοποιείται ενδοφλεβίως γλυκονικό ασβέστιο, ενώ για τη μακροχρόνια αντιμετώπιση χορηγούνται

 

από του στόματος ασβέστιο και ενεργές μορφές βιταμίνης D, όπως η καλσιτριόλη ή η αλφακαλσιδόλη. Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να χορηγηθεί ανασυνδυασμένη παραθορμόνη, είτε ολόκληρη η αλληλουχία της (Natpara), είτε το βιολογικά ενεργό τμήμα της (τεριπαρατίδη, Forsteo). Παράλληλα, η διατροφή και φάρμακα που δεσμεύουν τον φώσφορο βοηθούν στον έλεγχο των υψηλών φωσφορικών.

Αν και σπάνιος, ο υποπαραθυρεοειδισμός δεν είναι αμελητέος. Η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η εξατομικευμένη θεραπεία επιτρέπουν στους ασθενείς να ζουν με καλύτερη πρόγνωση και ποιότητα ζωής, ενώ οι νέες θεραπευτικές επιλογές με ανασυνδυασμένη PTH ανοίγουν τον δρόμο για πιο αποτελεσματική και στοχευμένη αντιμετώπιση.

Αναστασία Δεμπεγιώτη

Χάρτης
Ώρες επικοινωνίας
Creativa © 2026. All rights reserved.